youtube twitter

"Η ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική διαδικασία ως μηχανισμός εισαγωγής αλλαγής"

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

"Πώς το ΕΚ (δεν) έχει εμπλακεί στις διαπραγματεύσεις»- Εισήγηση Μαριέττας Γιαννάκου σε εκδήλωση ΕΚΕΜΕ,  ΙΟΒΕ,  Κίνησης Πολιτών και ΚΔΕΟΔ.

Αν Ελλάδα και Ευρώπη δεν αλλάξουν, πράγματι διατρέχουν κινδύνους να τεθούν στο περιθώριο της ιστορίας. Στη σημερινή πολιτική συγκυρία ασκείται σε πρωτόγνωρο βαθμό κριτική εναντίον του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όχι μόνον από τη σκοπιά των παραδοσιακών ευρω-σκεπτικιστών, αλλά και από οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους που διαχρονικά υπήρξαν υπέρμαχοι της ευρωπαϊκής ιδέας. Θα υποστηρίξω ότι η σημερινή οικονομική κρίση δεν αποτελεί την αφορμή για την κατάρρευση των ιστορικών επιτευγμάτων της πολιτικής συνεργασίας, της ειρήνης και της οικονομικής ευημερίας που πετύχαμε στη μεταπολεμική εποχή. Αντιθέτως, η κρίση αποτελεί αφορμή για την εμβάθυνση της Ευρώπης σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Πρέπει να διδαχθούμε από τα λάθη μας και τα όριά μας. Πρέπει να επεκτείνουμε το εύρος και τις προοπτικές των θεσμών και των πολιτικών που υπηρετούν το υπέρτατο συμφέρον των Ευρωπαίων πολιτών. Στην κατεύθυνση αυτή πρωτοστατεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο μόνος άμεσα εκλεγμένος αντιπροσωπευτικός θεσμός της ΕΕ.

Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήδη από το ξέσπασμα της κρίσης το 2009, πραγματοποιεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ένα σημαντικό κύκλο συζητήσεων και παρεμβάσεων, που απηχούν τις εναλλακτικές ιδεολογικο-πολιτικές προσεγγίσεις που συνυπάρχουν στο σώμα. Το φθινόπωρο 2011 το Ε.Κ. συμφώνησε στο πακέτο των έξι προτάσεων αλλαγών (‘six-pack’) για την οικονομική διακυβέρνηση. Είναι σαφές ότι, αν κάτι διδαχθήκαμε από την τρέχουσα κρίση της ευρωζώνης, είναι ότι πρέπει να λειτουργούμε προληπτικά, γιατί αυτό είναι προς το υπέρτατο ευρωπαϊκό συμφέρον κρατών και λαών.

Το πακέτο θέτει τέσσερις βασικούς στόχους:

-                            την ενίσχυση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης για τον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μέσω της ενισχυμένης εποπτείας της εκτέλεσης των προϋπολογισμών, αλλά και της εξέλιξης του χρέους και της βιωσιμότητας της ανάπτυξης.

-                            την εισαγωγή νέων ελέγχων στις μακρο-οικονομικές ανισορροπίες που προκύπτουν, όπως στις αποκλίσεις στους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και την εμφάνιση φαινομένων αδικαιολόγητης ‘διόγκωσης’ της αγοράς, όπως συνέβη στην αγορά ακινήτων.

-                            τον καθορισμό ακόμη σαφέστερων κριτηρίων για την ορθή και ανεξάρτητη συλλογή των στατιστικών στοιχείων για την εξακρίβωση της πραγματικής κατάστασης στην εκτέλεση των προϋπολογισμών.

-                            την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας κατά τη λήψη αποφάσεων.

Με τις αλλαγές αυτές η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλαμβάνει νέες δυνατότητες επιβολής κυρώσεων στα κράτη-μέλη που δεν συμμορφώνονται με τα κριτήρια για το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα και επιταχύνεται η διαδικασία έκδοσης σύστασης για υπερβολικό έλλειμμα. Το σημαντικό νέο στοιχείο είναι ότι το Συμβούλιο έχει μικρότερο πλέον περιθώριο πολιτικής διαπραγμάτευσης στο εσωτερικό του, προκειμένου να ληφθεί η απόφαση για την επιβολή κυρώσεων σε μη-συμμορφούμενο κράτος. Προβλέπεται η απόρριψη της σύστασης της Επιτροπής μόνον υπό τον όρο της ενισχυμένης πλειοψηφίας, ενώ η θέση του Συμβουλίου πρέπει να υποστηριχθεί ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Ακόμη, η εποπτεία των μακρο-οικονομικών στοιχείων δεν περιορίζεται στα ελλείμματα, αλλά και στα πλεονάσματα του εμπορικού ισοζυγίου σε ορισμένα κράτη-μέλη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τρόπος διαχείρισης της κρίσης στην ευρωζώνη και οι αστοχίες που παρατηρήθηκαν αποτέλεσαν ένα πλήγμα για την αξιοπιστία της ΕΕ συνολικά.

Ορισμένοι κύκλοι για παράδειγμα επισημαίνουν ότι τα συμφέροντα των αγορών απέκτησαν προτεραιότητα έναντι της δημοκρατικότητας στη λήψη αποφάσεων και των συμφερόντων των κοινωνιών.

Οι λειτουργίες νομοθετικού έργου και κοινοβουλευτικού ελέγχου του ΕΚ επιτρέπουν την έκφραση των συμφερόντων των Ευρωπαίων πολιτών, και ιδιαιτέρως εκείνων των ασθενέστερων στρωμάτων που πλήττονται περισσότερο από την κρίση. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, με την ακρόαση των επικεφαλής της Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Eurogroup. Ωστόσο, το ΕΚ δεν διαθέτει αρμοδιότητες συν-απόφασης στο πεδίο της εποπτείας των εθνικών προϋπολογισμών στο οποίο η Επιτροπή διαθέτει ευρείες αρμοδιότητες.

Σχετικά με τη σκέψη ενός Ευρωπαίου υπουργού Οικονομικών, η θέση του ΕΚ είναι ότι ένας τέτοιος θεσμός πρέπει να λογοδοτεί στο ΕΚ. Σχετικά με το δημοσιονομικό σύμφωνο αρκετοί ευρωβουλευτές επισήμαναν, ιδιαιτέρως προς τον πρόεδρο της ΕΚΤ κ. Draghi, ότι αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα η ενεργοποίηση των κινήτρων και καταλυτών για την επάνοδο στην ανάπτυξη, και ιδιαιτέρως για την αντιμετώπιση του μείζονος ζητήματος της διογκούμενης ανεργίας σε όλη την Ευρώπη. Ακόμη, το ΕΚ υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική συνθήκη πρέπει να ενταχθεί στην κοινοτική νομοθεσία, προκειμένου να ενισχυθούν οι δυνατότητες εφαρμογής του και η συμμόρφωση όλων των κρατών-μελών.

Η χρήση της ενισχυμένης συνεργασίας είναι επί της αρχής θεμιτή, γιατί επιτρέπει σε ορισμένα κράτη να υλοποιήσουν κάτι σημαντικό, δίχως να υποχρεωθούν άλλα κράτη – διαφωνούντα ή μη-ενδιαφερόμενα να ακολουθήσουν. Βεβαίως, η ενισχυμένη συνεργασία δεν μπορεί να γίνει ο κανόνας. Τα κράτη-μέλη οφείλουν να αναζητούν τη μέση οδό, τη χρυσή τομή που εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων με τρόπο διαφανή και αντιληπτό στους πολίτες. Ταυτόχρονα, πρέπει να ενισχύσουμε την κοινοτική μέθοδο λήψης αποφάσεων, προκειμένου οι πολιτικές μας να αποκτήσουν μεγαλύτερο βάθος και η τήρηση των κανόνων, καθώς και η επίτευξη αποτελεσμάτων, να εποπτεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προφανώς δεν ενεπλάκη άμεσα στις διαπραγματεύσεις για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης σε συγκεκριμένες χώρες όπως η Ελλάδα, έμμεσα όμως επηρέασε προς την κατεύθυνση της στήριξης των χωρών αυτών, από τα υπόλοιπα κράτη μέλη. Δημιούργησε Ειδική Επιτροπή με αντικείμενο την οικονομική κρίση, η οποία πέραν των προτάσεων που υπέβαλε, προσεκάλεσε σε ακρόαση πλήθος εμπλεκομένων προσωπικοτήτων, μεταξύ των οποίων τον Έλληνα Πρωθυπουργό και επιστημονικούς συμβούλους της Ελληνικής Κυβέρνησης, προκειμένου αφενός να γίνει αντιληπτή η ελληνική πραγματικότητα, αφετέρου αυτή να μεταφερθεί στα κράτη-μέλη και τα εθνικά Κοινοβούλια των άλλων χωρών. Οι Έλληνες ευρωβουλευτές στο διάστημα αυτό επιδόθηκαν σε εντονότατες δραστηριότητες επικοινωνίας με τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, καθώς και με βουλευτές των εθνικών Κοινοβουλίων σχετικά με την ανάγκη ν’ αντιμετωπιστεί η ελληνική κρίση εντός του ευρώ και να σταματήσουν ορισμένα υπερβολικά, ίσως και κακόβουλα, σχόλια εις βάρος του ελληνικού λαού. Δυστυχώς τα ελληνικά media συνηθίζουν να προβάλλουν μόνο τα σχόλια ξένων ευρωβουλευτών θετικά ή αρνητικά για την Ελλάδα και δεν ασχολούνται με τις συνεχείς προσπάθειες των Ελλήνων ευρωβουλευτών προς κάθε κατεύθυνση, ώστε να βελτιωθεί η εικόνα της χώρας μας, να υποστηριχθεί η ενοποιητική διαδικασία στην Ευρώπη και η κοινοτική μέθοδος εργασίας. Παρακολουθούμε στενά όλες τις διαδικασίες που αφορούν στην αντιμετώπιση του εθνικού χρέους, προσωπικά δε είμαι σε συνεχή επικοινωνία με την task force που στηρίζει την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της διοίκησης και απορρόφησης των κονδυλίων του ΕΣΠΑ. Πρέπει να ομολογήσω ότι τα συμπεράσματα όσων Ευρωπαίων έχουν εμπλακεί σ’ αυτή την προσπάθεια δεν είναι θετικά. Αυτό προφανώς οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: στην αδυναμία του κρατικού μηχανισμού ν’ αλλάξει ρότα, στην ευθυνοφοβία των προσώπων που είναι σε θέση κλειδιά ή στην ανασφάλεια που αισθάνονται γιατί δεν υπάρχει προστάτης – κομματικός μηχανισμός, στην αδιαφορία ή και στην άρνηση να προωθηθούν σύγχρονες ευρωπαϊκές μέθοδοι λειτουργίας. Προσωπικά συμπεραίνω ότι στη χώρα μας υπάρχουν αυτοί που επιθυμούν να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο ευέλικτο κράτος στην υπηρεσία του πολίτη και πολλοί που δεν επιθυμούν ν’ αλλάξει οτιδήποτε. Την αντίσταση άλλωστε αυτή σε κάθε μεταρρύθμιση βιώσαμε ορισμένοι από εμάς σ΄ όλο της το μεγαλείο. Ίσως στη χώρα μας υπάρχει πραγματική διχογνωμία για το τι πραγματικά σημαίνει δημοκρατία.
Σύμφωνα με τα διεθνώς παραδεκτά η δημοκρατία πρέπει ν’ αντανακλά στη δυνατότητα του κάθε πολίτη να απολαμβάνει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Ορισμένοι στην Ελλάδα θεωρούν ότι η δημοκρατία περιορίζεται στο κοινό αίσθημα που δημιουργείται από ορισμένα γεγονότα ή και στις αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση αυτό το κοινό αίσθημα και την ικανοποίηση του ακροατηρίου ασχέτως αν αυτό είναι εις βάρος των δικαιωμάτων μιας άλλης μερίδας πολιτών, η οποία συνήθως είναι σιωπηλότερη στους τρόπους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χώρα μας είναι η έλλειψη ορθολογισμού με βάση τον οποίο δημιουργήθηκαν η ΕΟΚ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Δυστυχώς το «ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν έχει γίνει κατανοητό σε μεγάλη μερίδα συμπολιτών μας.

Κυρίες και κύριοι,

            Από το 1981, οπότε με την εργώδη προσπάθεια των κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή ενταχθήκαμε στην ΕΟΚ, οι προσπάθειες υπήρξαν επιτυχείς και τελεσφόρησαν. Στην Ελλάδα συγκροτήθηκε μία ισχυρή διακομματική συναίνεση υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής, όταν και το ΠΑΣΟΚ αντελήφθη τα πολιτικά και οικονομικά οφέλη και μετέβαλε τη στάση του. Η συμμετοχή μας στην ΕΕ σημαίνει την πρόσδεσή μας σε ένα ισχυρό συνασπισμό λαών και κρατών με παγιωμένες δημοκρατικές αρχές και αμοιβαία επωφελείς οικονομικές επιδιώξεις. Ένα από τα επιτεύγματα της κοινής μας προσπάθειας υπήρξε και η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ με όλα τα οφέλη που ο κάθε ένας από εσάς έχει διαπιστώσει στην καθημερινή του ζωή και στη θέση του κυπριακού κράτους.

Η Ένωση με την εμπνευσμένη ηγεσία Delors και ορισμένες κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών έφερε εις πέρας την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, δηλαδή τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία μίας πραγματικής ευρωπαϊκής οικονομίας και ακολούθως, την συγκρότηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και την κυκλοφορία του κοινού νομίσματος, καθώς και τη μεγάλη διεύρυνση προς τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία ότι Ελλάδα και ΕΕ πέτυχαν θεμελιώδους σημασίας στόχους από το 1981 έως σήμερα. Πρόκειται για ένα ισχυρό κεκτημένο δημοκρατίας, διακυβερνητικής συνεργασίας, αποτελεσματικής λειτουργίας των κοινοτικών οργάνων και παραγωγής ευρωπαϊκών πολιτικών που συμβάλλουν αποφασιστικά στην ευημερία των Ευρωπαίων πολιτών.

Για την Ελλάδα η δημοσιονομική κρίση είναι ίσως αποκαλυπτική των παραλείψεών μας μετά το 1981 τουλάχιστον. Η Μεταπολίτευση έθεσε κυρίως πολιτικά και κοινωνικά ερωτήματα: ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό σύνταγμα και την τήρησή του, την ενσωμάτωση όλων των δημοκρατικών κομμάτων στον πολιτικό αγώνα και την αποδοχή της αμφισβήτησης με πολιτικά μέσα, την πρόσβαση όλων των κοινωνικών ομάδων στο κράτος, το δημόσιο τομέα και τις υπηρεσίες του και την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Στην προσπάθεια της πολιτειακής και κοινωνικής αναδιοργάνωσης συγκεντρώθηκαν οι περισσότερες δυνάμεις του κυβερνήσεων, οι οποίες παρέβλεψαν την ανάγκη ουσιαστικής οικονομικής αναδιοργάνωσης. Είναι γεγονός ότι στο πεδίο αυτό οι προσπάθειες υπήρξαν αποσπασματικές και αλυσιτελείς. Το αναπτυξιακό πρότυπο δεν κατέστη σαφές, ούτε ευθυγραμμίστηκε με τις παγκόσμιες εξελίξεις. Ένα από τα κυριότερα προβλήματα συνίσταται στη συνεχή διόγκωση του κράτους – των φορέων, του προσωπικού και των υπηρεσιών – δίχως μία κεντρική στρατηγική φιλοσοφία σχετικά με το ποια είναι η αποστολή του κράτους, πόσο κοστίζουν οι υπηρεσίες και ποια η ωφέλειά τους.

Η συμμετοχή μας στην ΕΕ ωφέλησε σημαντικά τον εκσυγχρονισμό της χώρας, μέσω της μεταφοράς καλών πρακτικών και στόχων πολιτικής κοινών στα άλλα κράτη-μέλη, τη μεταφορά διοικητικής τεχνογνωσίας και βεβαίως, σημαντικών πόρων για τη σύγκλιση προς τα επίπεδα ανάπτυξης της υπόλοιπης Ευρώπης, όπως είναι περισσότερο εμφανές στις υποδομές μεταφορών για παράδειγμα.

Αυτό που δεν έπραξε η Ελλάδα είναι η μεγιστοποίηση της ωφέλειας από τους πολιτικούς, οικονομικούς και διοικητικούς πόρους που εισέρρευσαν στη χώρα έπειτα από την ένταξη του 1981. Καθυστέρησαν απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως η εμπέδωση του ανταγωνισμού στις υπηρεσίες ή στον τομέα της ενέργειας, η αποχώρηση του κράτους από οικονομικές δραστηριότητες επισφαλείς και ζημιογόνες (οι προβληματικές ΔΕΚΟ).

Κυρίως, όμως, το κράτος παρέμεινε προσηλωμένο σε έναν ρόλο κηδεμόνα της οικονομίας και τελικά της κοινωνίας, δημιουργώντας σοβαρά εμπόδια στην απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας. Επιβιώνει ακόμη και σήμερα η κατάσταση της κρατικοδίαιτης επιχείρησης, απασχόλησης, ενημέρωσης, έρευνας ή πολιτιστικής δραστηριότητας. Η πρόσδεση στο άρμα του κράτους, όμως, οδήγησε στο αδιέξοδο, όταν το κράτος πλέον ήταν αδύνατο να εξακολουθήσει την ίδια ρότα σε ένα δυσχερές περιβάλλον περιδίνησης που προκαλούν οι παγκοσμιοποιημένες αγορές χρήματος.

Θεωρώ ότι η ΕΕ και η Ελλάδα θα επανακάμψουν μέσω της ανάπτυξης της οικονομικής διακυβέρνησης, δηλαδή των θεσμών και των κανόνων για την πρόληψη συνεπειών που προκύπτουν από την ανεξέλεγκτη λειτουργία των αγορών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και η προσήλωση σε ορισμένους κοινούς στόχους και κανόνες για τις οικονομικές πολιτικές με ισχυρό ρόλο των κοινοτικών και διακυβερνητικών οργάνων.

Αν και κανένας κανόνας δεν είναι τέλειος, αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι η καταστρατήγηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) οδήγησε πολλά κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, σε δεινή θέση στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης.  

Κυρίως, όμως, η καταστρατήγηση των κανόνων της οικονομικής διακυβέρνησης παράγει αρνητικά αποτελέσματα για τους πολίτες: αδυναμία του κράτους να χρηματοδοτήσει επαρκώς τις υπηρεσίες και υποδομές υγείας, παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας, τα δημόσια έργα και βέβαια να βελτιώσει τα επίπεδα μισθών και συντάξεων και να αυξήσει την απασχόληση. Ο κίνδυνος σήμερα συνίσταται στη διόγκωση του πλήθους των πολιτών που διαβιούν κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Τις ώρες αυτές Ευρώπη και Ελλάδα βρίσκονται σε μία κατάσταση σχοινοβασίας μεταξύ της καταστρεπτικής κρίσης και της ανάκτησης της ανάπτυξης και της ευημερίας. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε από τις άναρθρες κραυγές, αλλά να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για να φθάσουμε στο δεύτερο στόχο. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να γίνει με μία δογματική αντίληψη για τις πολιτικές εξυγίανσης.

Επιτέλους, γίνεται κατανοητό από όλες τις πλευρές ότι η υπερβολική φορολόγηση είναι αδιέξοδη, και ταυτόχρονα, ότι σε μία χώρα ώριμης δημοκρατίας υπάρχουν σαφή όρια ανεκτικότητας των πολιτών για μέτρα που υπονομεύουν το επίπεδο ευημερίας, άρα και την κοινωνική υπόσταση της ιδιότητας του πολίτη.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα νέο ισχυρό κοινωνικό συμβόλαιο πολιτών-κομμάτων, το οποίο θα επικυρωθεί στις επικείμενες εκλογές, για να προωθήσουμε ένα νομιμοποιημένο κυβερνητικό πρόγραμμα αλλαγών, σύμφωνα με όσα θετικά προτείνονται από τους εταίρους μας, αλλά και σύμφωνα με τις προτεραιότητες δημοκρατίας, δηλαδή της κοινωνικής συνοχής και της αξιοπρέπειας όλων των πολιτών, τις οποίες κρίνουμε θεμελιώδεις.

Πιο συγκεκριμένα πρέπει να επιδιώξουμε τα εξής κεφαλαιώδους σημασίας ζητήματα:

Πρώτον, πρέπει διαρκώς να επαναφέρουμε το ζήτημα της σύζευξης των στόχων της δημοσιονομικής εξυγίανσης με την ανάκτηση των συνθηκών οικονομικής ανάπτυξης. Οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και η μείωση του χρέους δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσα. Μεγάλη έμφαση πρέπει να δώσουμε στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας.

Δεύτερον, η μεταρρύθμιση των λειτουργιών του κράτους πρέπει να είναι βαθιά και να καταργήσει οριστικά φαινόμενα και πρακτικές που υπονομεύουν το δημόσιο συμφέρον. Το κράτος θα συνεχίσει να διαδραματίζει έναν επιτελικό ρόλο, αλλά οι δράσεις του θα υποστηρίζονται και θα ελέγχονται από μία ισχυρή αίσθηση δημοσίου συμφέροντος, ώστε να μην προσαρμόζονται στις εκλογικές τακτικές και στην παροχή άχρηστων θέσεων απασχόλησης στο δημόσιο.  

Τρίτον, πρέπει επειγόντως να αντιληφθούμε το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργείται. Η ανεργία ρεκόρ και η απίσχνανση των εισοδημάτων των νοικοκυριών λόγω της υψηλής φορολογίας δημιουργεί στρώματα νεό-πτωχων σε μία έκταση πρωτόγνωρη για τη μεταπολίτευση. Τα φαινόμενα αυτά είναι ήδη ορατά, έστω και αν το λανθάνον και άτυπο σύστημα πρόνοιας που ισχύει στην Ελλάδα, δηλαδή η μέριμνα της οικογένειας για τα μέλη της, συγκρατεί τις καταστάσεις αυτές. Η κρίση αποκάλυψε και ορισμένες άσκοπες δαπάνες και ανισορροπίες του κράτους πρόνοιας, οι οποίες πρέπει να διορθωθούν, ώστε να υποστηριχθούν οι πραγματικά πιο ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.

Τέταρτον, η χώρα πρέπει να συμμετάσχει ενεργά στους νέους θεσμούς και όρους της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ. Αυτή την εβδομάδα υπογράφεται ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και ξεκινά τον Ιούλιο. Ακόμη, κλείνει η συνθήκη για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην ΟΝΕ, με την οποία καθιερώνεται ένα αυστηρό πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με επίμονο τρόπο ισχυρίζεται ότι μία τέτοια συνθήκη πρέπει απαραιτήτως να ενσωματωθεί στο κοινοτικό δίκαιο.

Καταλήγοντας, η σημερινή κρίση είναι πολύ σοβαρή, αλλά δεν είναι καινοφανής ιστορικά. Σημασία έχει να κτίσουμε νέα θεμέλια και να είμαστε στην πρωτοπορία των κρατών στην περίοδο ανάπτυξης που θα έρθει. Η Ελλάδα καλείται να ολοκληρώσει την πολιτειακή, πολιτική και κοινωνική αναδιοργάνωση της Μεταπολίτευσης με την οικονομική αναδιάρθρωση και την απελευθέρωση των δημιουργικών ικανοτήτων της ελληνικής κοινωνίας. Πρέπει να αλλάξουμε πολλά με γνώμονα τη βιωσιμότητα της οικονομίας και του κράτους πρόνοιας, γιατί αυτό αποτελεί το υπέρτατο καθήκον μας προς τις νεώτερες γενιές.