youtube twitter

Η παιδεία σε συνεχή εξέλιξη

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Το ζήτημα της παιδείας φαίνεται να προβληματίζει έντονα τους πάντες, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται κάποια κοινή συνισταμένη του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων για τη διαχρονική του εξέλιξη.

Βέβαια, η εκπαίδευση στην εποχή της γνώσης, της οποίας ο ρυθμός παραγωγής είναι ταχύτατος, δεν είναι τόσο ζήτημα κομματικής προσέγγισης όσο επιστημονικό ζήτημα. Και έτσι ακριβώς πρέπει να αντιμετωπισθεί από οποιαδήποτε κυβέρνηση, ώστε να υπάρχουν μετρήσιμα αποτελέσματα κάθε προσπάθειας.

Ταυτόχρονα, η χρησιμοποίηση καλών πρακτικών από άλλα συστήματα εκπαίδευσης ανά τον κόσμο μπορεί να μας οδηγήσει με τρόπο ασφαλή στις δέουσες αποφάσεις. Κατά τη διάρκεια των ετών 2004-2007 τα δύο αυτά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας να αποκτήσει θεσμικό πλαίσιο, που να της δίνει την ευκαιρία να συγκριθεί σε ποιότητα με την αντίστοιχη των ανεπτυγμένων χωρών της Ευρώπης.

Η σειρά των νομοθετικών αλλαγών αφορούσε, μεταξύ άλλων, την περίφημη αξιολόγηση, τη δημιουργία του Διεθνούς Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη, το άνοιγμα της συνεργασίας των ανωτάτων ιδρυμάτων με αντίστοιχα του εξωτερικού για σκοπούς έρευνας, τη δημιουργία νέου φορέα αναγνώρισης των τίτλων σπουδών από το εξωτερικό (ΔΟΑΤΑΠ), χωρίς το βάρος του παρελθόντος που συνιστούσαν η διαφθορά και συναλλαγή στο ΔΙΚΑΤΣΑ, το θεσμικό πλαίσιο για τη διά βίου μάθηση για όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, τις διαφανείς και δίκαιες μετεγγραφές, τον εκσυγχρονισμό της επαγγελματικής εκπαίδευσης με τη δημιουργία ισότιμου με το ενιαίο Λυκείου, και φυσικά τον νόμο-πλαίσιο για τα ανώτατα ιδρύματα, που εκτός των άλλων παραχωρεί μεγάλες αυτοδιοικητικές ελευθερίες, που οι πανεπιστημιακοί ζητούσαν επί χρόνια.

Από την πρώτη στιγμή, συνδικαλιστικές οργανώσεις (ΟΛΜΕ, ΔΟΕ), αλλά και πανεπιστημιακοί, ζήτησαν να αλλάξει το σύστημα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός ούτως ή άλλως περιελάμβανε και αυτό, προτεραιότητα όμως είχε το νέο θεσμικό πλαίσιο στην ανώτατη εκπαίδευση, σύμφωνα άλλωστε και με την υπογραφείσα από την ελληνική κυβέρνηση το 1999 συμφωνία της Bologna. Ηδη από το 2006 είχα δημοσιοποιήσει την πρόθεσή μου να ακολουθήσουν οι μεταβολές στο Λύκειο, το οποίο έπρεπε να αποκτήσει το δικό του εκπαιδευτικό κορμό, και στο σύστημα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση. Αλλωστε ήδη από το 2004 είχαμε μεταφέρει τις πανελλήνιες εξετάσεις μόνο στη Γ΄ Λυκείου και είχαμε μειώσει τα εξεταζόμενα μαθήματα από εννέα σε έξι. Μάλιστα είχα αναθέσει προσωπικά σε επιτροπή, στην οποία συμμετείχε τόσο ο πρόεδρος του ΕΣΥΠ όσο και ο ειδικός γραμματέας του υπουργείου, την έναρξη της επεξεργασίας του θέματος των εξετάσεων, λαμβάνοντας υπόψιν τις καλές διεθνείς πρακτικές. Επομένως, είναι φυσικό η αμέσως προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, καθώς και η σημερινή, να θέτουν το θέμα σε διάλογο.

Υποτίθεται ότι οι ενδιαφερόμενες για το ζήτημα αυτό συνδικαλιστικές οργανώσεις θα έχουν ήδη καταλήξει σε σκέψεις και ιδέες γύρω από το ζήτημα και γενικότερα, η εκπαιδευτική κοινότητα, καθώς και οι πολιτικές δυνάμεις, θα είναι έτοιμες να προτείνουν ένα νέο σύστημα για την πρόσβαση, αλλά και για το Λύκειο. Την ίδια ώρα, τα θεσμικά όργανα, όπως το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, αλλά και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, θα συμβάλλουν με τη γνώση και τη σκέψη τους στη διαδικασία αυτού του διαλόγου. Θεωρώ ότι η πρόσκληση του υπουργού σε ανοικτό διάλογο πρέπει να τύχει της συμμετοχής όλων, καθώς και των μαθητών και φοιτητών, όπως συνέβη με τον εθνικό διάλογο του υπουργείου για την ανώτατη εκπαίδευση στον οποίο μέσω του Διαδικτύου συμμετείχαν χιλιάδες φοιτητές και μαθητές.

Παρά το γεγονός ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει μεγάλη εμπειρία σε θέματα κοινής διαβούλευσης πολιτικών δυνάμεων, κοινωνικών εταίρων κ.λπ., προκειμένου να βρεθεί τρόπος συναινετικών λύσεων, μόνο ο διάλογος δίνει την ευκαιρία σε όποιον πραγματικά ενδιαφέρεται για το καλό του τόπου μας να συμβάλλει με τη γνώση και την εμπειρία του στις αλλαγές που θα γίνουν. Αλλωστε ποτέ ύστερα από ένα διάλογο δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα μόνο η γνώμη του ενός. Υπάρχει ευκαιρία σύνθεσης ιδεών και απόψεων για το βέλτιστο αποτέλεσμα. Παρατηρώντας τις θεσμοθετημένες διαβουλεύσεις για όλα τα θέματα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, διαπιστώνουμε πως η συμμετοχή είναι το κλειδί για να επηρεαστούν από τους ενδιαφερομένους οι κυβερνητικές προτάσεις. Επίκεντρο αυτής της μεθοδολογίας είναι η ωφέλεια της χώρας ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που τη συγκεκριμένη στιγμή έχει την ευθύνη.

Στη χώρα μας πολύ συχνά οι ενδιαφερόμενοι όταν συμβαίνει να συμφωνούν με την εκάστοτε κυβέρνηση αποφεύγουν να το δηλώσουν δημόσια, φοβούμενοι ότι ο καθιδρυμένος ρόλος τους μπορεί να θιγεί. Και έτσι ισχυρίζονται ότι ο διάλογος είναι προσχηματικός, προκειμένου να μη συμμετέχουν, άρα και να μην αναγκαστούν να πουν την άποψή τους. Ομως, λησμονούν ότι η ταχύτητα των εξελίξεων είναι τέτοια, ώστε αν θέλουμε πραγματικά να δημιουργήσουμε και να κρατήσουμε ένα καλό σύστημα εκπαίδευσης, πρέπει να παρακολουθούμε τους ρυθμούς των εξελίξεων της γνώσης και να ενσωματώνουμε νέα δεδομένα σ' αυτό.