Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Η καταπολέμηση των ναρκωτικών είναι μείζων πολιτική προτεραιότητα

Δευτέρα, 02 Σεπτεμβρίου 2019

Η καταπολέμηση των ναρκωτικών οφείλει να είναι μια εγκάρσια πολιτική mainstreaming, της οποίας ο τελικός σκοπός είναι πάντοτε η πρόληψη, με δεδομένο το γεγονός ότι η μείωση της ζήτησης και η μείωση της προσφοράς αποτελούν μη διαχωριζόμενες έννοιες.

Συνεπώς, πρέπει να δράσουμε στον τομέα της πρόληψης, στον κοινωνικό τομέα, στον δικαστικό και αστυνομικό, καθώς και σε εκείνον της εξωτερικής πολιτικής.

Οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν πολύ συχνά διλημματικές καταστάσεις στο πλαίσιο μιας πολύπλευρης διαδικασίας κρισίμων επιλογών. Επανειλημμένως έχουν δοκιμαστεί τα όρια αντοχής και αποτελεσματικότητας των δομών τους. Κοινωνικές σταθερές έχουν αμφισβητηθεί, ωστόσο, όπου άντεξε ο κοινωνικός ιστός, οι αρνητικές επιπτώσεις ήταν μάλλον περιορισμένες. Τα παραδείγματα κενών στο θεσμικό πλαίσιο αλλά και συνθηκών αστάθειας έχουν ευνοήσει σε ορισμένες χώρες την ανάπτυξη μηχανισμών παραεξουσίας και παραοικονομίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα στην περιοχή μας αυτό γειτονικής χώρας, όπου πολιτικά πρόσωπα φέρονται αναμεμειγμένα στη διακίνηση ναρκωτικών.

Η κλιμάκωση της χρήσης ναρκωτικών και η εμφάνιση νέων εθιστικών ουσιών συνδέονται άρρηκτα με την αύξηση της εγκληματικότητας. Ανω του 50% των συλλήψεων στις χώρες της Ευρώπης συνδέεται με την εμπορία ναρκωτικών, υπάρχει δε επιβεβαιωμένη στενή σχέση σε όλο τον κόσμο ανάμεσα στα ριζοσπαστικά κινήματα και στο οργανωμένο έγκλημα. Τα σοβαρά προβλήματα κατάχρησης και εθισμού ναρκωτικών ανά την υφήλιο για το ευρύ κοινό δεν αποτελούν τα ορατά στοιχεία ενός εξαιρετικά μεγάλου κινδύνου, ιδιαίτερα μάλιστα στις χώρες της Ευρώπης και γενικότερα στις δημοκρατικές χώρες. Του κινδύνου, δηλαδή, που προέρχεται από την εμφάνιση των εμπόρων ναρκωτικών και των εγκληματικών οργανώσεων που δρουν σε πολυεθνικό επίπεδο και εμπλέκονται στη διαδικασία παραγωγής, επεξεργασίας, μεταφοράς και διάθεσης ναρκωτικών. Ούτε είναι επίσης εμφανείς οι κίνδυνοι από τη διασύνδεση της λαθρεμπορίας ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών, αλλά και ραδιενεργών ουσιών και πυρηνικών υλικών από εγκληματικές - τρομοκρατικές οργανώσεις, που επεκτείνουν συνεχώς τη δραστηριότητά τους. Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν συνεπώς μιαν άνευ προηγουμένου επίθεση κατά της εθνικής και διεθνούς κοινωνικής, οικονομικής και χρηματοπιστωτικής τάξης. Στοιχείο αυτής της επίθεσης αποτελεί και το λεγόμενο ξέπλυμα χρήματος, που δεν καταπολεμείται αποτελεσματικά, διότι σε πολλές χώρες παρατηρούνται ανοχές κάθε είδους από τις οργανωμένες κρατικές οντότητες.

Στις παραδοσιακές μορφές ξεπλύματος χρημάτων πρέπει να προστεθεί και η συναλλαγή μέσω του κυβερνοχώρου. Η εξέλιξη της τεχνολογίας των επικοινωνιών και η ανάπτυξη νέων μηχανισμών διακίνησης χρήματος θέτουν πλέον το πρόβλημα σε άλλη βάση. Το θέμα είναι και πάλι θεσμικού χαρακτήρα και απαιτεί τη λήψη άμεσων μέτρων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Η χώρα μας βρίσκεται ακριβώς στον βαλκανικό άξονα, μέσω του οποίου διακινείται το 70% της ηρωίνης που κατευθύνεται προς την Ευρώπη, αλλά και μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης, που μεταφέρονται σε χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής για επεξεργασία. Προστιθεμένης της κυκλοφορίας συνθετικών ναρκωτικών πάσης φύσεως, δημιουργούνται προϋποθέσεις που μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και την εθνική ασφάλεια της χώρας, αλλά και να γίνουν παράγοντας αποσταθεροποίησης για γειτονικές χώρες, που φιλοδοξούν μάλιστα να γίνουν μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Μείζον θέμα στο επίπεδο της στρατηγικής αντιμετώπισης του προβλήματος είναι τα ουσιαστικά κενά στο νομικό - θεσμικό πλαίσιο. Πολύ συχνά, η έλλειψη ειδικής νομοθεσίας δημιουργεί καίρια λειτουργικά προβλήματα στην επιχειρησιακή προσπάθεια των διωκτικών αρχών.

Σε εποχή οικονομικής κρίσης παρατηρείται ο περιορισμός των δημοσιονομικών μέσων για μια στρατηγική σφαιρικής και ισόρροπης προσέγγισης όλων των διαστάσεων του προβλήματος, ώστε η αντιμετώπιση να βασίζεται στον συνεχή συντονισμό και στην αξιολόγηση όλων των σχετικών δραστηριοτήτων.

Παράλληλα, χρειάζεται να αναπτυχθούν συγκεκριμένες πολιτικές που αποσκοπούν κατά κύριο λόγο στη μείωση της ζήτησης, μέσα από την αποθάρρυνση της χρήσης κάθε είδους παράνομων εθιστικών ουσιών. Η κοινωνία πρέπει να επενδύσει στη νεολαία και να στηρίξει όχι μόνον εκείνους που είναι θύματα, αλλά και όσους αντιστέκονται στον πειρασμό της χρήσης.

Είναι αδύνατον να έχουμε αποτελέσματα στο ζήτημα της καταπολέμησης των ναρκωτικών, εάν αυτό δεν διατηρηθεί ως βασική προτεραιότητα της εσωτερικής και εξωτερικής δράσης της χώρας μας και φυσικά της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Παρά τη δημοσιονομική κατάσταση, απαιτείται διεύρυνση των πόρων, αν και μέχρι στιγμής ούτε το ρυθμιστικό πλαίσιο ούτε τα προγράμματα έχουν αποτελέσει αντικείμενο επαρκούς αξιολόγησης.

Χωρίς συστηματική παρακολούθηση είναι αδύνατο να γνωρίζουμε με ποιο μέτρο έχουν πραγματοποιηθεί οι στόχοι του πλαισίου που έχει τεθεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Πολλά ερωτήματα υπάρχουν για το αν τα εθνικά προγράμματα μείωσης της ζήτησης στην Ευρώπη έχουν δώσει θετικά αποτελέσματα. Από τις μέχρι στιγμής μελέτες έχει αποδειχθεί ότι ένα αυστηρό πλαίσιο καταπολέμησης της εμπορίας ναρκωτικών, σε συνδυασμό με προγράμματα υποστήριξης και θεραπείας, είναι πάντοτε αποτελεσματικότερο από ένα χαλαρό νομικό πλαίσιο. Προτάσεις που έχουν ως βάση την αποδοχή της χρήσης ναρκωτικών ως μιας φυσικής κατάστασης έχουν μικρότερο κόστος και μεγάλη αποτυχία. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι σύγχρονες κοινωνίες είναι υποχρεωμένες να μεριμνούν για τη διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανάπτυξης των μελών τους μέσα σε ένα ποιοτικό περιβάλλον ασφάλειας. Είναι παράλογο, όταν ο νόμος δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, να καταφεύγουμε στην κατάργηση του αντικειμένου του. Τα ναρκωτικά είναι ένα «κακό» που οφείλουμε να καταπολεμήσουμε και όχι μια κατάσταση με την οποία είναι δυνατόν να συμβιβαστούμε.

Διαβάστε εδώ το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 2/9/2019.