Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Κυπριακό: Πώς οι Διακηρύξεις μπορούν να γίνουν πράξη

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Άρθρο της Μ.Γιαννάκου στην ιστοσελίδα του insider.gr. Πατήστε εδώ για να διαβάσετε το άρθρο στην ιστοσελίδα.

Πενήντα επτά χρόνια μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, εξακολουθούμε να επιδιώκουμε μία πολιτειακή δομή, καθώς και την εδραίωση ενός πλαισίου κανόνων και αξιών, προκειμένου οι δύο κοινότητες να ζήσουν αρμονικά και να τεθούν οριστικά στο περιθώριο καταστάσεις και έξωθεν παρεμβάσεις οι οποίες προσβάλλουν τη δημοκρατία, τις ελευθερίες των πολιτών και την κοινωνική συνοχή.

Το μέγα ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν στην τρέχουσα συγκυρία υφίστανται οι πολιτικές και διπλωματικές προϋποθέσεις για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ακόμη και μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Ζυρίχης οι δύο πλευρές εξακολουθούσαν να διαφωνούν για επιμέρους σημαντικά ζητήματα. Το Κυπριακό, εξάλλου, τροφοδότησε ισχυρές κινητοποιήσεις και αντιπαραθέσεις στην εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα τουλάχιστον μέχρι και τη δεκαετία του 1960.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, λοιπόν, ότι η λήψη αποφάσεων για το Κυπριακό πάντοτε επιβαρύνονταν από ένα σύνθετο πλέγμα πολιτικών και διπλωματικών παραγόντων και υπό την πίεση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Την πραγματικότητα αυτή επιβάρυνε η απαράδεκτη και κατακριτέα από τη διεθνή κοινότητα εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, τη διχοτόμηση του νησιού και η ανακήρυξη ενός ψευδεπίγραφου κρατικού μορφώματος.

 

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σε κάθε φάση της διαπραγμάτευσης για το Κυπριακό είναι ότι ένα από τα αντισυμβαλλόμενα μέρη, η Τουρκία, αποκλίνει σημαντικά από τις αξίες και τα ιδανικά της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως τα αντιλαμβανόμαστε στην Ευρώπη. Αυτό έχει σημαντική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε λύσεις σε ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων, αλλά και στην εμπέδωση θεσμικών λύσεων που ισχύουν με επιτυχία σε χώρες με δύο εθνοτικές και γλωσσικές κοινότητες.

Κυπριακό: πως οι Διακηρύξεις μπορούν να γίνουν πράξη - Κεντρική Εικόνα/VideoΟ παράγων Τουρκία είναι και σήμερα αστάθμητος και δυσμενής λόγω του τρόπου με τον οποίο ο Πρόεδρος Ερντογάν επιχειρεί να διευρύνει και να κατοχυρώσει με κάθε θεσμικό τρόπο την κυριαρχία του στο πολιτικό σύστημα της χώρας του. Δεν υπάρχει κανένας εχέφρων παρατηρητής στην Ευρώπη, ο οποίος να μην διατυπώνει ανησυχίες σχετικά με την προοπτική των δημοκρατικών ελευθεριών στην Τουρκία. Αυτό επισήμανε με παρρησία και η Καγκελάριος Μέρκελ στην πρόσφατη συνάντησή της με τον Ερντογάν. Πέραν των δημοκρατικών ανησυχιών, άλλοι περιορισμοί προκύπτουν και από τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία θέλει να επιβάλλει το ρόλο μίας περιφερειακής δύναμης στην περιοχή. Συχνά παραβλέποντας θεμελιώδεις Διεθνείς Συνθήκες και κανόνες του διεθνούς δικαίου, όπως παρατηρούμε και με τα όσα διατείνεται και με τις παραβιάσεις στις οποίες προβαίνει στο Αιγαίο.

Είναι θετικό το γεγονός ότι στη διεθνή κοινότητα είναι αμετάκλητα εμπεδωμένη η προσήλωση στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η προσήλωση αυτή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στη Σύνοδο Κορυφής των μεσογειακών χωρών- μελών της ΕΕ με τη Διακήρυξη της Λισσαβόνας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι λάθη έχουν γίνει και από την ελλαδική και ελληνοκυπριακή πλευρά διαχρονικά, σε κάποιες φορές δε τραγικά. Νομίζω, όμως, ότι πολιτικές ηγεσίες και οι πολίτες σε σημαντικό βαθμό έχουν ωριμάσει σχετικά με τους θεμιτούς περιορισμούς και τις προοπτικές μίας τελικής λύσης.

Ιδιαίτερα θέλω να επισημάνω ότι κορυφαίο επίτευγμα αποτελεί η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Γιατί δημιουργεί πολιτικές και θεσμικές προϋποθέσεις τις οποίες η άλλη πλευρά δεν μπορεί να παραγνωρίσει, ούτε να αναιρέσει με οποιοδήποτε τρόπο. Μεγάλο επίτευγμα, επίσης, είναι η ευρύτατη συναίνεση μεταξύ των κομμάτων στην Ελλάδα και στην Κύπρο σχετικά με τους στόχους που επιδιώκονται και η αποφυγή της πόλωσης για ένα ζήτημα το οποίο στο παρελθόν μας είχε διαιρέσει.

Στη δύσκολη διαπραγματευτική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη πρέπει να διατηρήσουμε αφ’ ενός τη διεκδικητικότητα επί των δικαίων μας, και αφ’ ετέρου, το ρεαλισμό μας. Γιατί οποιαδήποτε τελική λύση πρέπει να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη και να μην ανοίξει ένα νέο κύκλο τριβών, αντιπαράθεσης και τελικά υπονόμευσης της συνεννόησης.

Επιμέλεια: Στέλλα Κεμανετζή