Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Αναγκαία αλλά και εφικτή η χάραξη εθνικής πολιτικής για την έρευνα

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

«Πιστεύω ότι παρά την οικονομική κρίση και την κατ' ακολουθία χαμηλή χρηματοδότηση της επιστήμης μπορεί να χαραχθεί μια εθνική ερευνητική στρατηγική», λέει η Μαριέττα Γιαννάκου

 Συνέντευξη στον Σπύρο Μανουσέλη

Αυτές τις μέρες συζητείται στη Βουλή το δυσεπίλυτο εθνικό πρόβλημα της μη διασύνδεσης της παραγόμενης επιστημονικής έρευνας με την ελληνική οικονομία και κοινωνία, ενώ μέσα στον μήνα θα ψηφιστεί και το σχετικό νομοθέτημα για το Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Για τις προϋποθέσεις και τους άμεσους στόχους της συντελούμενης μεταρρύθμισης μας μίλησε εκτενώς, πριν από δύο εβδομάδες (βλ. «Εφ.Συν.», 24-9-16), ο βασικός σχεδιαστής της, ο Κώστας Φωτάκης, αν. υπουργός για θέματα Ερευνας και Καινοτομίας.

Επειδή όμως η απρόσκοπτη ανάπτυξη της επιστήμης -αλλά και της δημοκρατίας- βασίζεται στην πολυφωνία και κυρίως στον διάλογο, ζητήσαμε από μια ευρέως αποδεκτή πολιτικό της αντιπολίτευσης να κρίνει το σχετικό νομοσχέδιο και να μας εκθέσει τις απόψεις της για το ακανθώδες ζήτημα της μελλοντικής πορείας της επιστημονικής έρευνας στον τόπο μας.

Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε η κ. Μαριέττα Γιαννάκου διατυπώνει με σαφήνεια τις προσωπικές εκτιμήσεις ή τις επιφυλάξεις της απέναντι στο νέο μεταρρυθμιστικό εγχείρημα.

Η επιλογή της Μαριέττας Γιαννάκου για τον σχολιασμό ή και την κριτική αυτού του νέου μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος στο πεδίο της έρευνας και της καινοτομίας δεν είναι καθόλου τυχαία: όχι μόνο για το ύφος και το ήθος με το οποίο ανέκαθεν διατυπώνει τις πολιτικές εκτιμήσεις της, αλλά και λόγω της βαθύτατης γνώσης που διαθέτει, ως πρώην υπουργός Παιδείας και Υγείας, για τα σχετικά προβλήματα.

Εξάλλου, όπως παραδέχεται στη συνέντευξη που ακολουθεί, είχε αποτολμήσει η ίδια ένα ανάλογο μεταρρυθμιστικό εγχείρημα το οποίο, μολονότι ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2007, ουδέποτε εφαρμόστηκε από τις επόμενες κυβερνήσεις.

Με αποτέλεσμα σήμερα να έχει βαθύνει υπερβολικά το χάσμα ανάμεσα στην παραγωγή γνώσης και την εκμετάλλευσή της από υγιείς επιχειρηματικούς φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς.

Αν κατά το παρελθόν η αυτιστική και συντεχνιακή μικροπολιτική ήταν μια «επιλογή», σήμερα, δεδομένης της παρατεταμένης οικονομικής καταστροφής, δεν είναι πλέον: αποτελεί αντίθετα, ιστορική αυτοκτονία.

Πριν από δύο εβδομάδες, ο Κώστας Φωτάκης, αν. υπουργός αρμόδιος για θέματα Ερευνας και Καινοτομίας, μας παρουσίασε τη σκοπιμότητα της σύστασης του νέου Ιδρύματος Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Υπό ποιες προϋποθέσεις η δημιουργία του νέου ενιαίου φορέα μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της έρευνας προς όφελος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας;

Η δημιουργία νέου ενιαίου φορέα δεν μπορεί από μόνη της να προκαλέσει αυτόματα ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας. Η έρευνα στη χώρα μας δεν είχε ποτέ επαρκή χρηματοδότηση ούτε βέβαια και σύστημα που θα δημιουργούσε κοινωνική αποτελεσματικότητα.

Γενικότερα, δεν υπήρχε ένας στρατηγικός σχεδιασμός από το ελληνικό κράτος που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εκμετάλλευση της επιστημονικής έρευνας για τη δημιουργία καινοτομίας και την εφαρμογή της με στόχο την ανάπτυξη.

Το 2007 είχε ψηφιστεί από τη Βουλή μια κοινή πρόταση νόμου του κυρίου Σιούφα και της υποφαινομένης, που δημιουργούσε τις προϋποθέσεις συντονισμού των δύο υπουργείων μέσω ενός μηχανισμού συμμετοχής ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων, αλλά και προσωπικοτήτων από τον διεθνή χώρο της έρευνας και καινοτομίας. Δυστυχώς, όπως πολλά άλλα, δεν αφέθηκε να λειτουργήσει από τη διάδοχη κατάσταση του 2009 και πολλά παρέμειναν σε εκκρεμότητα μέχρι σήμερα.

Σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες έχει από καιρό επιτευχθεί η διασύνδεση της έρευνας και καινοτομίας με την παραγωγή, κάτι που αναβαθμίζει όχι μόνο την οικονομία αλλά την ποιότητα ζωής των πολιτών. Πού οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, η πανθομολογούμενη δυσκολία ή ακριβέστερα η αδυναμία επίτευξης αυτού του στόχου από όλες τις μέχρι σήμερα ελληνικές κυβερνήσεις; Ποια ήταν και εξακολουθούν να είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια ή οι εγγενείς ελληνικές «ανωμαλίες» που εμπόδισαν τη σύνδεση της επιστήμης με την οικονομία;

Οσον αφορά τις ανεπτυγμένες χώρες, οι μεν μεγάλες δραστηριοποιούνται σε όλους τους τομείς έρευνας, οι δε μικρές επικεντρώνονται σε έναν μικρό και συγκεκριμένο αριθμό ερευνητικών τομέων.

Η χώρα μας, ανήκοντας στη δεύτερη κατηγορία, οφείλει αφενός να καλύψει ένα μέρος των εθνικών αναγκών με καινοτομίες και μεθοδολογικές λύσεις που θα βελτιώσουν την ίδια τη λειτουργία του κράτους και αφετέρου να διεκδικήσει ένα μικρό μέρος της αγοράς, με τη δημιουργία παραγωγικών επιχειρήσεων για την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων της έρευνας των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων. Αυτό θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας για επιστήμονες στην εσωτερική αγορά.

Πάντως, η αδυναμία ουσιαστικής διασύνδεσης της έρευνας και της καινοτομίας με την παραγωγή οφείλεται:

■ Πρώτον, σε ιδεολογικά κριτήρια που καταλήγουν στη «θεωρία» ότι τα πανεπιστήμια και η έρευνα γενικότερα δεν πρέπει να έχουν σχέση με την οικονομία και την παραγωγή.

■ Δεύτερον, σε εγγενείς αδυναμίες των ίδιων των επιχειρήσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να συνεργαστούν με τους φορείς έρευνας στην Ελλάδα.

■Τρίτον, στο ότι μεγάλο μέρος της μικρής χρηματοδότησης έχει κατευθυνθεί κατά καιρούς και σκόπιμα σε τομείς χωρίς ουσιαστική αξία και κοινωνικό αποτέλεσμα.

Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, είναι εντελώς αδικαιολόγητη η οποιαδήποτε ένσταση προκειμένου να ενισχυθεί ένας μηχανισμός feedback, δηλαδή η θετική ανάδραση ανάμεσα στην έρευνα και τις επιχειρήσεις. Εξυπακούεται βέβαια ότι το ερευνητικό/τεχνολογικό μας σύστημα πρέπει να πάψει να στοχεύει μόνο στην εκπόνηση δημοσιεύσεων, αλλά να συνδέσει το αποτέλεσμα της ερευνητικής δραστηριότητας με την αγορά και τις ανάγκες της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας του τόπου μας.

Δεδομένης όμως της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, είναι σε θέση η χώρα μας να χαράξει μια αυτοτελή εθνική ερευνητική στρατηγική και ποιος θα έπρεπε α) να αξιολογεί και β) να αποφασίζει για τις ερευνητικές προτεραιότητες του τόπου;

Η ερώτησή σας είναι καίρια. Είμαι πεπεισμένη ότι, παρά την οικονομική κρίση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας και την κατ' ακολουθία χαμηλή χρηματοδότηση της επιστήμης, μπορεί να χαραχθεί μια εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη της έρευνας. Αυτή τη στρατηγική δεν μπορεί να τη χαράξει παρά το ίδιο κράτος σε συνεργασία με προσωπικότητες από τον χώρο της έρευνας και της καινοτομίας.

Είναι προφανές ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια να αναλωνόμαστε σε επιστημονικές αναζητήσεις χωρίς αποτέλεσμα, που θα μπορούσαν σε κάποιο βαθμό να ωφελήσουν συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά είναι αμφίβολο αν θα είχαν κοινωνική αποτελεσματικότητα. Μας χρειάζονται εργαλεία που θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε τομείς που το ίδιο το κράτος θα θεωρήσει ότι διευρύνουν ουσιαστικά την οικονομική δραστηριότητα και επιτυγχάνουν τη δημιουργία προϊόντων προς εσωτερική χρήση αλλά και εξαγωγή.

Η λειτουργία των μηχανισμών αξιολόγησης μπορεί να διέπεται κάλλιστα από αντικειμενικότητα, αρκεί να υιοθετήσουμε και να μεταφέρουμε στον τόπο μας τις αποδεδειγμένα καλές πρακτικές που υιοθετούνται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και μάλιστα μικρές, όπως π.χ. η Αυστρία, οι οποίες έχουν εξαιρετικές επιτυχίες στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας!

Αφού σας ευχαριστήσω για την πολύτιμη συμμετοχή σας στην απόπειρα διαλόγου για τον ρόλο της έρευνας στον τόπο μας, θέτω ευθέως το ερώτημα: πιστεύετε ότι η νέα μορφή χρηματοδότησης της βασικής έρευνας και των εφαρμογών της, μέσω του ΕΛΙΔΕΚ, μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη για την επιστημονική και οικονομική αιμορραγία που προκαλεί η μαζική φυγή των πιο άξιων Ελλήνων επιστημόνων; Κι αν όχι, τι θα έπρεπε να γίνει άμεσα για την αντιμετώπιση αυτής της καταστροφικής αιμορραγίας;

Η δημιουργία ενός νέου οργανισμού δεν εξασφαλίζει αυτομάτως τις προϋποθέσεις για την παρακώλυση της εξόδου των νέων επιστημόνων από τη χώρα. Σημασία έχει η λειτουργικότητα, η αποτελεσματική συνεργασία και η αξιοποίηση κάθε εστίας σοβαρού ερευνητικού έργου.

Η χρηματοδότηση που προέρχεται από ένα κέντρο όπως το ΕΛΙΔΕΚ τυπικά εξασφαλίζει μια συνολική εποπτεία της βασικής έρευνας και των εφαρμογών της.

Ταυτόχρονα όμως, αυτό μπορεί να αποτελέσει τον μεγάλο πειρασμό του εγκλωβισμού του συστήματος σε έναν απόλυτο συγκεντρωτισμό που δεν θα επιτρέψει μεγαλύτερη διάχυση της ερευνητικής δραστηριότητας και άρα «την τροχοπέδη» στην οποία αναφέρεστε.

Σημειώνω ότι το φαινόμενο της εξόδου των νέων επιστημόνων από τη χώρα έχει πολλές αρνητικές πλευρές, ας μου επιτραπεί όμως να επισημάνω δύο επιπλέον παραμέτρους που οδηγούν σ' αυτό.

Πρώτον, το γεγονός ότι ο αριθμός των πτυχιούχων των ελληνικών πανεπιστημίων σε σχέση με τον πληθυσμό είναι πολύ μεγαλύτερος από εκείνον των πιο ανεπτυγμένων από εμάς ευρωπαϊκών χωρών και δεύτερον ότι αυτή καθεαυτή η ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελεί στην πραγματικότητα πλεονέκτημα για τους νέους που δεν έχουν καμία τύχη σήμερα στη χώρα μας λόγω της τρομερής ύφεσης και συνεπακόλουθα της ανεργίας.

Προσωπικά εκτιμώ ότι κάτω από οποιοδήποτε σχήμα, μια ρεαλιστική στρατηγική η οποία θα αξιοποιεί τους υπάρχοντες θύλακες έρευνας και καινοτομίας και, ταυτόχρονα, θα καθορίσει τους τομείς που -ως ποσοστό της συνολικά χρηματοδοτούμενης έρευνας- έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό κράτος αποτελεί το optimum για την περίοδο που διανύουμε.