youtube twitter

Η θεσμική θωράκιση της ΕΕ αντίδοτο στις κρίσεις - Άρθρο στα ΝΕΑ

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2020

Είναι βέβαιο ότι το 2020 απετέλεσε έτος ορόσημο για την ευημερία των λαών λόγω της απειλής της πανδημίας στη δημόσια υγεία και των συνεπειών της ύφεσης για όλες σχεδόν τις μεγάλες και μικρές οικονομίες ταυτόχρονα (με την εξαίρεση όπως διαφαίνεται της Κίνας). Οι περισσότεροι σκεφτόμαστε την ώρα που θα ολοκληρωθεί αυτή η πράγματι δυσχερής χρονιά.

Ωστόσο, η χρονιά αυτή είναι διδακτική και ως προς την λειτουργία των θεσμών. Την εμπειρία αυτή πρέπει να καταγράψουμε και να αξιοποιήσουμε κατά το νέο έτος. Κατέδειξε ότι μεγάλα και μικρά κράτη σε έναν κόσμο ανοιχτών συνόρων και ταχυτάτων μεταφορών είμαστε εκτεθειμένοι στις ίδιες απειλές. Ότι η αντοχή των κρατικών θεσμών είναι εκείνη η οποία διαφυλάσσει την ευημερία των λαών. Ότι οι πολιτικοί δεν μπορούν να ελέγχουν πάντα τις καταστάσεις, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να κατανοούν το διεθνές γίγνεσθαι και να λαμβάνουν τις αποφάσεις ευθυγραμμιζόμενοι με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές. Ότι οι πολίτες κρίνουν σε τελική ανάλυση τις κυβερνήσεις για την αποτελεσματικότητά τους με διεθνή μέτρα σύγκρισης.

Ειδικότερα στην Ευρώπη, θέλω να επισημάνω ότι διαμορφώνεται μία εντελώς ιδιαίτερη εικόνα. Έπειτα από μια δεκαετία με αλλεπάλληλες κρίσεις – κρίση στην Ευρωζώνη, μεταναστευτικό, Brexit -, αρκετοί θεωρούσαν ότι είχε χαθεί πλέον η κινητήριος δύναμη για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο αντιμετώπισε η Ευρώπη τις κρίσεις αυτές, νομίζω ότι θεμελίωσε την ικανότητά της να ανταποκριθεί στην πανδημία και την ύφεση.

Να υπενθυμίσω τις τρεις πρωτόγνωρες εξελίξεις για την ΕΕ. Πρώτον, την έγκαιρη αναστολή των περιορισμών για το δημοσιονομικό έλλειμμα με σκοπό την στήριξη της οικονομίας. Δεύτερον, το Ταμείο Ανάκαμψης (Next Generation EU) των 750 δις το οποίο θα χρηματοδοτηθεί με δανεισμό ΕΕ. Τρίτον, την ολοκλήρωση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2021-7 των 1,1 τρις. Στα παραπάνω να συμπληρώσουμε και την δέσμευση εκ μέρους των κρατών-μελών των εμβολίων κατά της πανδημίας.

Όλα τα παραπάνω δεν έγιναν κατά τρόπο αυτόματο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 10-11 Δεκεμβρίου επιβεβαιώνει τις δυσκολίες. Ότι η ΕΕ οφείλει να αντισταθμίσει το βέτο Ουγγαρίας και Πολωνίας και να επιμείνει στο σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου ως κριτηρίου για τη χρηματοδότηση. Ότι οφείλει να διατηρήσει ενιαία στάση στη διαπραγμάτευση με την Βρετανία για τους τελικούς όρους αποχώρησης. Ότι προσβλέπει στην ανανέωση των δεσμών της διατλαντικής συνεργασίας. Ότι οφείλει να προασπιστεί σθεναρά τα  κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου έναντι των αμφισβητήσεων εκ μέρους της Τουρκίας και της κατάφωρης παραβίασης του διεθνούς δικαίου. Για όποιους θεσμικούς παράγοντες στην Ευρώπη αρκούν οι χαλαρές διακηρύξεις υποστήριξης σήμερα, οι συνέπειες σε βάθος χρόνου θα αποτιμηθούν με βάση το κόστος για το σύνολο της Ευρώπης και εκεί θα αποδειχθεί το βάρος του παρελθόντος δυσβάστακτο για όλες τις κρατικές οντότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης  .

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, λοιπόν, οφείλει να βγει ισχυρότερη μετά από αλλεπάλληλες κρίσεις, επιβεβαιώνοντας το δικό της raison d'être για την ευημερία των λαών και των κρατών. Η ΕΕ δημιούργησε ισχυρούς θεσμούς, και κυρίως εδραίωσε την αντίληψη ότι κανέναν δεν ωφελεί η εμμονή σε διαπραγματευτικές θέσεις οι οποίες παρακωλύουν την αντιμετώπιση κρίσιμων προβλημάτων.

Ταυτόχρονα, η ΕΕ προδιαγράφει τους στόχους για την επόμενη δεκαετία με τους στόχους ανάκαμψης, το Green Deal, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και άλλα, δημιουργώντας ένα ασφαλέστερο πλαίσιο για όλα τα κράτη-μέλη. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα οφέλη της επόμενης περιόδου θα τα φέρει ο από μηχανής θεός. Οι ισχυρές οικονομίες χορήγησαν πολύ ισχυρή χρηματοδότηση στις επιχειρήσεις τους, οπότε θα αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα. Ταυτόχρονα, διαθέτουν τους θεσμούς και τα εργαλεία πολιτικής για να αξιοποιήσουν την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Η Ελλάδα έχει δύο επιπρόσθετες πληγές να θεραπεύσει. Πρώτον, τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας, τα οποία σε κάθε περίπτωση θα αποτελέσουν υψηλή προτεραιότητα. Δεύτερον, τις υστερήσεις οι οποίες προκάλεσαν την κρίση και τις αδυναμίες τις οποίες προκάλεσε η ίδια η κρίση σε κάθε επίπεδο: ΑΕΠ, εισοδημάτων, απασχόλησης, λειτουργίας δημοσίων υπηρεσιών κλπ. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει όλοι να αντιληφθούμε την ευθύνη που μας αναλογεί και να παρακολουθήσουμε στενά τις ευρωπαϊκές εξελίξεις χωρίς μεμψιμοιρία, αλλά με διάθεση αξιοποίησης κάθε δυνατότητας η οποία εκπορεύεται από την ΕΕ.           

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στα "ΝΕΑ" της 12ης Δεκεμβρίου 2020.