Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Τα κοινωνικά αντίδοτα απέναντι στις καταλήψεις - Άρθρο στα ΝΕΑ

Δευτέρα, 05 Οκτωβρίου 2020

Το φαινόμενο των σχολικών καταλήψεων το οποίο παρατηρούμε τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια με ιδιαίτερη συχνότητα είναι, ίσως, αποκαλυπτικό των αντιθέσεων της ελληνικής κοινωνίας.

Των μειοψηφιών οι οποίες διεκδικούν ένα δημόσιο ρόλο με ταραχοποιό διάθεση, έλλειψη ουσιαστικών αιτημάτων, μανιχαϊσμό, δίχως διάθεση αυτοκριτικής. Της πλειοψηφίας η οποία διεκδικεί να προασπίσει το δημόσιο συμφέρον - τους θεσμούς, τους πόρους, τις αξίες – με τρόπους που δεν ευτελίζουν το δημοκρατικό φρόνημα, και κυρίως δια της συμβολής τους στην προκοπή του τόπου.
Είναι λάθος να θεωρούμε ότι η πλειοψηφία διακατέχεται από φόβο ή παθητικότητα. Είμαι βέβαιη ότι διαθέτει κριτική βούληση, αλλά και ισχυρό αίσθημα προάσπισης της δημοκρατικής αντιπαράθεσης. Δυστυχώς, οι κάθε λογής «αγανακτισμένοι» εναντίον μεταρρυθμίσεων, της κρίσης, των εθνικών θεμάτων κλπ έγιναν φυτώριο ακραίων ιδεολογιών και συμπεριφορών, οι οποίες επιδίωξαν να επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες.
Ευτυχώς, το δημοκρατικό πολίτευμα ανθίσταται. Όχι μόνο γιατί διαθέτει τα θεσμικά εργαλεία για να προστατευθεί. Κυρίως, γιατί υπάρχουν ισχυρά κοινωνικά αντίδοτα. Δίπλα σε κάθε ομάδα η οποία οδηγείται σε πολιτική οξύτητα υπάρχουν περισσότεροι οι οποίοι διεκδικούν το δίκιο τους όπως αρμόζει σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα.
Ο χώρος της εκπαίδευσης έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες. Κάποιοι θεωρούν ότι μπορεί να προσφέρει την ανάφλεξη για κοινωνικά κινήματα, όταν δεν σημειώνεται πρόοδος σε άλλα κοινωνικά μέτωπα. Κανένας δεν θέλει τους νέους μας με χαμηλό πολιτικό ενδιαφέρον, προσηλωμένους στους προσωπικούς στόχους και αδιάφορους για τα κοινά. Έχουν κάθε λόγο να αναπτύσσουν αιτήματα και θέσεις για ένα καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, για μία καλύτερη προοπτική. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πρόκειται για γενιές οι οποίες διαφαίνεται ότι θα έχουν δυσμενέστερη προοπτική συγκριτικά προς τους γονείς τους για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες διαρκούς ανάπτυξης της χώρας μας.
Ωστόσο, δεν τεκμηριώνεται η ανυπακοή, όπως προκύπτει από την επιλογή της κατάληψης. Η ανυπακοή αποτελεί μία θεμιτή επιλογή μόνο όταν παραβιάζεται το κράτος δικαίου κι αυτό είναι ξεκάθαρο στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Τέτοια συνθήκη δεν προκύπτει σήμερα. Η Πολιτεία διαχειρίζεται μία πρωτόγνωρη κρίση δημόσιας υγείας. Κατορθώνει με τις κατάλληλες αποφάσεις, τη διάθεση των απαραίτητων πόρων και την σύμπραξη της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών να περιορίσει των αριθμό των κρουσμάτων και των θανάτων όσο ελάχιστα ευρωπαϊκά κράτη. Ταυτόχρονα, διασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, γιατί αυτό προάγει τις ίσες ευκαιρίες, ιδιαίτερους για τα ασθενέστερα στρώματα της κοινωνίας μας.
Σε τελική ανάλυση, όσοι υποδαυλίζουν και συμμετέχουν σε καταλήψεις υπονομεύουν όσους μαθητές επιδιώκουν ένα καλύτερο μέλλον με ισχυρή δημόσια και ποιοτική παιδεία. Είναι οι μαθητές των δημοσίων σχολείων από κάθε άκρη της Ελλάδας, οι οποίοι επιτυγχάνουν ισχυρές επιδόσεις υπό αντίξοες συχνά συνθήκες και εξασφαλίζουν μία θέση φοίτησης σε περιζήτητες σχολές.
Είμαι βέβαιη ότι τα παιδιά αυτά έχουν κριτική διάθεση και αιτήματα, αλίμονο εάν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Καμία, όμως, από τις υπαρκτές αδυναμίες του σχολείου δεν τους στέρησε το δικαίωμα στη γνώση και την αγωνιστικότητα να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο. Ακόμη και σε ένα τέλειο σχολείο, ο μαθητής χρειάζεται προσπάθεια για να αποκτήσει γνώσεις.
Όσοι υποκινούν καταλήψεις επιδιώκουν να εδραιώσουν μία κουλτούρα ισοπέδωσης απέναντι στη διάθεση της πλειονότητας να αξιώσει δια του παραδείγματός της και της ουσιαστικής συμβολής της από την Πολιτεία ένα εκπαιδευτικό σύστημα εφάμιλλο προς τα καλύτερα της Ευρώπης. Πιστεύω ότι η ελληνική κοινωνία διαθέτει ισχυρά αντίδοτα ακόμη και γι' αυτόν τον ιό της απαξίωσης της γνώσης και της μικρο-πολιτικής χρήσης των εκπαιδευτικών ζητημάτων.

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στα "ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου" της 3ης Οκτωβρίου 2020.