youtube twitter

ΑΕΙ: Προ πάντων η ποιότητα - Άρθρο στα ΝΕΑ

Τρίτη, 08 Σεπτεμβρίου 2020

Η πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση αποτελεί έναν σημαντικό μοχλό κοινωνικής κινητικότητας στην ελληνική κοινωνία. Ο αδιάβλητος χαρακτήρας της διασφαλίζει ότι όλοι οι υποψήφιοι διαγωνίζονται επί ίσοις όροις ώστε να καταλάβουν μία θέση φοίτησης στο επιστημονικό αντικείμενο της επιλογής τους.

Υφίσταται, όμως, μία σημαντική στρέβλωση. Οι προσδοκίες των ελληνικών οικογενειών προκαλούν μία διαχρονική πίεση για την αύξηση των θέσεων στα ΑΕΙ. Η επέκταση έχει φτάσει, λοιπόν, στις 78.000 θέσεις εισακτέων ανά έτος. Το στοιχείο αυτό μας κατατάσσει σε μία από τις χώρες με το υψηλότερο ποσοστό πρόσβασης αποφοίτων Λυκείου στα ΑΕΙ.
Η εξέλιξη αυτή, όμως, δεν είναι απαραιτήτως μία επιτυχία της Πολιτείας. Η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να απορροφήσει αυτούς τους αριθμούς αποφοίτων. Η κρίση οδήγησε τους νέους επιστήμονες στην μετανάστευση. Η πλήρης ενσωμάτωση των ΤΕΙ στον πανεπιστημιακό τομέα πραγματοποιήθηκε χωρίς σοβαρά ακαδημαϊκά κριτήρια. Από την άλλη πλευρά, απαξιώνεται η επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικές επαγγελματικές προοπτικές.
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα, όμως, είναι ότι με τέτοια προσφορά θέσεων μοιραία καταρρέει η βάση εισαγωγής για ορισμένα τμήματα, όπως τεκμηριώνεται και από ορισμένες ακραίες περιπτώσεις υποψηφίων με επίδοση στα όρια της μονάδας!
Δύσκολα θα συναντήσουμε λογικό άνθρωπο ο οποίος δεν θα αναγνωρίσει ότι η εξέλιξη αυτή είναι εις βάρος της Ανώτατης Εκπαίδευσης και σε τελική ανάλυση υπονομεύει τον αρχικό σκοπό των ισότιμων ευκαιριών. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι ωφελούνται υποψήφιοι προερχόμενοι από ασθενέστερα οικονομικά στρώματα. Δεν έχω δει καμία σοβαρή ανάλυση η οποία να τεκμηριώνει μία τέτοια υπόθεση. Αντιθέτως, παρατηρούμε ότι οι πρωτιές σε κορυφαίες Σχολές σημειώνονται από παιδιά τα οποία προέρχονται από δημόσια σχολεία και περιοχές της χώρας με μεσαία ή και χαμηλά εισοδήματα.
Από την άλλη πλευρά, η αθρόα εισαγωγή στα ΑΕΙ και ο πληθωρισμός αποφοίτων οι οποίοι αποκτούν τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα αποτελεί ένα σαφή περιορισμό στους νέους οι οποίοι καθ' υπέρβαση των οικογενειακών συνθηκών φοίτησαν επιτυχώς και θα διεκδικήσουν θέση εργασίας απέναντι σε άλλους νέους οι οποίοι πέτυχαν την εισαγωγή τους σε συγγενές τμήμα με εξαιρετικά χαμηλή βάση.
Ένα άλλο συναφές πρόβλημα είναι ότι σε τμήματα με εξαιρετικά χαμηλή βάση εισαγωγής τα μέλη ΔΕΠ δεν έχουν άλλη επιλογή παρά την έκπτωση των ακαδημαϊκών απαιτήσεων, προκειμένου κάποια στιγμή να πάρουν πτυχίο οι φοιτητές τους.
Τα προβλήματα αυτά τα είχα εγκαίρως από το 2004 διαγνώσει και αντιμετωπίσει ως υπουργός Παιδείας με την καθιέρωση της «βάσης του 10». Γνωρίζω τις αντιδράσεις και τον σκεπτικισμό ορισμένων πλευρών σχετικά με τον μαθηματικό προσδιορισμό της βάσης. Ωστόσο, παραμένει ακλόνητο το επιχείρημα υπέρ της αναγκαιότητας ενός ελάχιστου κριτηρίου για τη διαλογή των υποψηφίων. Γιατί αυτό επιτάσσει η θεμελιώδης αρχή της διασφάλισης ισότιμων ευκαιριών για τους νέους μας, η οποία υπονομεύεται από την ισοπεδωτική κατοχύρωση του δικαιώματος πρόσβασης στα ΑΕΙ.
Η κρίση θα έπρεπε να μας είχε κάνει σοφότερους σχετικά με την κατανομή των δημοσίων δαπανών και την αξιοποίηση του ανθρωπίνου δυναμικού σε τομείς οι οποίοι θα προσφέρουν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές και θα αναδείξουν νέες παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Σε τελική ανάλυση οφείλουμε να σεβαστούμε τον κόπο και την αγωνία των υποψηφίων και των οικογενειών τους οι οποίοι καταβάλλουν μία αγωνιώδη κα δαπανηρή προσπάθεια και διεκδικούν από την Πολιτεία ποιοτική εκπαίδευση σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Τα ΑΕΙ δεν προσφέρουν γνώσεις ως ένα είδος συσσιτίου, αλλά σε εκείνους οι οποίοι αντικειμενικά μπορούν να τις μετασχηματίσουν, προκειμένου να επιτύχουν την προσωπική εξέλιξη και να συμβάλουν στην ευημερία της κοινωνίας.

 

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε το άρθρο της Μ.Γιαννάκου για την Ανώτατη Παιδεία, όπως δημοσιεύθηκε στα "ΝΕΑ" της 5ης Σεπτεμβρίου 2020.