Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Η Ελλάδα ασπίδα της Ευρώπης - Άρθρο στο Capital

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2020

Το στιγμιότυπο από την αυτοψία στον Έβρο των επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δίχως προηγούμενο, αποτελεί ένα ορόσημο για τη νέα στάση της ΕΕ στο μεταναστευτικό ζήτημα με αυτονόητα οφέλη για τις ανησυχίες της Ελλάδας.

Με τον τρόπο αυτό στράφηκε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης στην πρωτόγνωρη κατάσταση την οποία αντιμετωπίζουμε στα σύνορα με την Τουρκία. Έγινε αντιληπτή η άθλια μεθόδευση της Τουρκίας να μεταχειριστεί τους μετανάστες ως πολιορκητικό κριό για να εκβιάσει την ΕΕ και να αποσταθεροποιήσει τη χώρα.

Η έμπρακτη μεταστροφή της Ευρώπης επιβεβαιώθηκε και στην συνάντηση στις Βρυξέλλες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Τούρκου Προέδρου. Το ίδιο πνεύμα αποτυπώθηκε και στις δηλώσεις κορυφαίων ηγετών, όπως η Καγκελάριος Μέρκελ και άλλοι. Τα παραπάνω δεν είναι αποτέλεσμα συμπτώσεων, αλλά της συστηματικής προσπάθειας της Κυβέρνησης Μητσοτάκη σε επιχειρησιακό επίπεδο να αποτρέψει την προσπάθεια εισβολής και σε διπλωματικό επίπεδο να προκαλέσει την συμπαράσταση της ΕΕ, χωρίς περιττές ρητορικές εξάρσεις.

Οι εξελίξεις, όμως, δεν σταματούν εδώ, καθώς το πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται και διαφαίνεται μία περαιτέρω κλιμάκωση εκ μέρους της τουρκικής πλευράς. Για το λόγο αυτό, πρέπει να θέσουμε ως νέο ορόσημο τη σύγκληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (26-27 Μαρτίου). Το κορυφαίο διακυβερνητικό όργανο θα πρέπει να αναγνωρίσει τη σημασία της χώρας μας ως μίας ασπίδας έναντι των ανεξέλεγκτων ροών και να αποκρούσει με ρητό τρόπο κάθε απόπειρα απειλής της εθνικής κυριαρχίας και διασάλευσης της ασφάλειας της Ευρώπης συνολικά. Η συμφωνία 2016 με την Τουρκία έχει de facto ακυρωθεί και θα πρέπει να αναθεωρηθεί πλήρως. Η λογική του κατευνασμού της τουρκικής πλευράς και η αθρόα παροχή χρηματοδότησης απάδει του κύρους της ΕΕ, αλλά και της προστασίας των μεταναστών.

Δυστυχώς, η ηγεσία της Τουρκίας είναι αδύνατον να προσαρμοστεί στα πρότυπα διπλωματικής συμπεριφοράς μίας ευνομούμενης δημοκρατικής πολιτείας, όπως συμβαίνει με κράτη-μέλη της ΕΕ. Αρκεί να επισημάνουμε τη στρατηγική παραπληροφόρησης σχετικά με δήθεν επεισόδια εις βάρος μεταναστών στα σύνορα. Όπως επίσης και η κατάφωρη αντίφαση με την κατάσταση στα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα.

Κατά συνέπεια, χρειαζόμαστε μία διαφορετική αντιμετώπιση του τρόπου διαχείρισης του μεταναστευτικού ζητήματος. Η Τουρκία φέρει τη δική της ευθύνη για την προσέλκυση μεταναστών από χώρες της Αφρικής ή της Ασίας και οφείλει η ίδια να τηρήσει την ασφάλεια των συνόρων της. Επειδή αυτό μάλλον δεν θα συμβεί, θα πρέπει να είναι ισχυρή η διαδικασία επιστροφής όσων προσώπων δεν τυγχάνουν παροχής ασύλου, καθώς και αυστηροί έλεγχοι σε όσους χρησιμοποιούν τυχοδιωκτικά τις μεταναστευτικές ροές για λόγους οικονομικής ή διπλωματικής κερδοσκοπίας.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αποτελέσει την ασπίδα της Ευρώπης για μεγάλο διάστημα. Το κόστος και οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι. Είναι θεμιτή η ενίσχυση της παρουσίας της Frontex και η επιχειρησιακή συνδρομή από άλλα κράτη. Αλλά οι ενέργειες αυτές δεν διορθώνουν τον πυρήνα του προβλήματος. Με άξονα την αναθεώρηση του Κανονισμού του Δουβλίνου, η ΕΕ πρέπει να αποκτήσει μία πραγματική πολιτική διαμοιρασμού των προβλημάτων, δηλαδή των πληθυσμών προσφύγων και μεταναστών, της αξιολόγησης αιτημάτων για άσυλο και του κόστους διαχείρισης των εγκαταστάσεων διαμονής τους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χώρα διέρχεται μία εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο κατά την οποία δεν υπάρχουν ούτε εύκολες λύσεις, ούτε ασφαλείς εγγυήσεις από καμία πλευρά. Ωστόσο, οι ενδείξεις ενός καλά οργανωμένου επιχειρησιακά και αξιόπιστου διπλωματικά κράτους με κατάλληλη αξιοποίηση των θεσμικών μέσων της ΕΕ αποτελούν ασφαλή οδηγό για τη διευθέτηση των εθνικών συμφερόντων.

 

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Capital.gr στις 14 Μαρτίου 2020.